κιάλι


κιάλι
[кьяли] ουσ. о. подзорная трубка.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "κιάλι" в других словарях:

  • κιάλι — το συν. στον πληθ. τα κιάλια 1. τηλεσκόπιο, διόπτρα και ειδικότερα οι στρατιωτικές ή ναυτικές διόπτρες 2. φρ. «ούτε με κιάλια δεν θα τό δεις...» δεν πρόκειται να πετύχεις τον σκοπό σου. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. occhiali, πληθ. τού occhiale «οπτικός»] …   Dictionary of Greek

  • κιάλι — το (λ. ιταλ.), διόπτρα: Βλέπει με τα κιάλια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διόπτρα — Οπτικό όργανο το οποίο χρησιμοποιείται για την παρατήρηση αντικειμένων που βρίσκονται σε μεγάλη απόσταση. Η δ. αποτελείται από έναν σωλήνα μεταβλητού μήκους, στο ένα άκρο του οποίου είναι στερεωμένοι δύο φακοί (ή συστήματα φακών): o… …   Dictionary of Greek

  • κιαλάρω — 1. βλέπω με κιάλια, παρατηρώ με διόπτρες κάτι που βρίσκεται μακριά 2. παρατηρώ κάτι με ενδιαφέρον («τήν κιαλάρει κάθε μέρα από το παράθυρο») 3. αντιλαμβάνομαι κάτι εξ αποστάσεως («τόν κιαλάρησε μόλις ξεπρόβαλε»). [ΕΤΥΜΟΛ. < κιάλι + κατάλ. άρω… …   Dictionary of Greek